Οι απαντήσεις στα Αρχαία Ελληνικά

24 Ιουλίου - 17:35 Τοπικά

Γ. Αδίδακτο κείμενο

Ισοκράτους Αρχίδαμος, 103-105

Γ1.

Φαντάζομαι δηλαδή, πως όλοι σας το γνωρίζετε, ότι έως τώρα έχουν γίνει πολλά παρόμοια γεγονότα, που στην αρχή όλος ο κόσμος τα θεώρησε ως συμφορές και τους συμπονούσαν αυτούς που έπαθαν, ύστερα όμως άλλαξαν γνώμη, είδαν, ότι τα ίδια ακριβώς είχαν γίνει αιτία μεγίστων αγαθών. Και γιατί να πάμε μακριά; Ακόμη και σήμερα μπορούμε να διαπιστώσουμε, ότι οι πρώτες πόλεις, εννοώ την Αθήνα και τη Θήβα, έφθασαν σε μεγάλη ακμή όχι με την ειρήνη, παρά με τα ατυχήματα που δοκίμασαν πρώτα με τον πόλεμο κι ύστερα ανέλαβαν πάλι· κι απ’ αυτές η πρώτη απέκτησε την ηγεμονία της Ελλάδας, η δε δεύτερη τόσο μεγάλη έγινε σήμερα, όσο ποτέ κανένας δεν το περίμενε να γίνει· διότι η φήμη και η δόξα αποκτώνται όχι με την ησυχία, παρά με τους αγώνες.

Μονάδες 20

Γ2.

ὑμᾶς:

πόρρω: πορρωτάτω

ἀγαθῶν: εὖ

αὑτάς: ὑμῶν αὐτῶν

ἡγεμόνα: ἡγεμόσι(ν)

οἶμαι: ᾤετο

ὑπέλαβον: ὑπειλῆφθαι

τοῖς παθοῦσι: τοῖς πεισομένοις

ἔγνωσαν: γνοίη

καταστᾶσαν: κατάστηθι

Μονάδες 10

Γ3α.

ὑμᾶς: υποκείμενο του ειδικού απαρεμφάτου οὐκ ἀγνοεῖν, ετεροπροσωπία

συμφοράς: κατηγορούμενο στο υποκείμενο του ειδικού απαρεμφάτου εἶναι, ἅς

τοῖς παθοῦσι: επιθετική μετοχή, αντικείμενο του ρήματος συνηνέχθησαν (σύνθετο με την πρόθεση σύν)

τί: επιρρηματικός προσδιορισμός, αιτιατική της αιτίας (αναγκαστικό αίτιο) στο δεῖ λέγειν

λαβούσας: κατηγορηματική μετοχή, η οποία αναφέρεται στο αντικείμενο του ρήματος εὕροιμεν ἄν, τάς πόλεις, σε θέση κατηγορηματικού προσδιορισμού σε αυτό

ἡγεμόνα: κατηγορούμενο στο υποκείμενο της κατηγορηματικής μετοχής καταστᾶσαν, το οποίο ταυτόχρονα είναι και αντικείμενο του ρήματος εὕροιμεν ἄν, τήν μέν

Μονάδες 6

Γ3β.

Ὁ ῥήτωρ εἶπεν ὅτι αἱ γὰρ ἐπιφάνειαι καί λαμπρότητες οὐκ ἐκ τῆς ἡσυχίας ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀγώνων γίγνεσθαι φιλοῖεν.

Ὁ ῥήτωρ εἶπεν τάς γὰρ ἐπιφανείας καί λαμπρότητας οὐκ ἐκ τῆς ἡσυχίας ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀγώνων γίγνεσθαι φιλεῖν.

Μονάδες 4

ΔΙΔΑΓΜΕΝΟ  ΚΕΙΜΕΝΟ

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ (Β1, 1-4)

Α1.

Επομένως, ούτε εκ φύσεως ούτε όμως και αντίθετα προς τη φύση υπάρχουν μέσα μας οι αρετές, αλλά εμείς έχουμε από τη φύση την ιδιότητα να τις δεχτούμε και να γινόμαστε τέλειοι με τον εθισμό.

Ακόμα, πρώτα αποκτούμε τις δυνατότητες αυτών τα οποία έχουμε από τη φύση μας, κι ύστερα προχωρούμε στις αντίστοιχες ενέργειες (πράγμα το οποίο φαίνεται στις αισθήσεις μας· γιατί, δεν αποκτήσαμε τις αισθήσεις – της όρασης ή της ακοής – έχοντας δει πολλές φορές ή έχοντας ακούσει πολλές φορές, αλλά αντίθετα, τις χρησιμοποιήσαμε, έχοντάς τις, και δεν τις αποκτήσαμε με τη χρήση)· αποκτούμε όμως τις αρετές αφού πρώτα τις εφαρμόσουμε στην πράξη, όπως ακριβώς (εν. συμβαίνει) και στις άλλες τέχνες· γιατί όσα πρέπει να κάνουμε μαθαίνοντάς τα, αυτά τα μαθαίνουμε κάνοντάς τα, για παράδειγμα, οικοδόμοι (εν οι άνθρωποι) γίνονται με το να χτίζουν σπίτια και κιθαριστές με το να παίζουν κιθάρα· με τον ίδιο τρόπο, κάνοντας δίκαιες πράξεις γινόμαστε δίκαιοι, κάνοντας σώφρονες πράξεις (εν. γινόμαστε) σώφρονες και κάνοντας ανδρείες πράξεις (εν. γινόμαστε) ανδρείοι.

Β1.

Ο Αριστοτέλης διακρίνει δύο είδη αρετών: τις διανοητικές και τις ηθικές. Οι διανοητικές αρετές (π.χ. σοφία, φρόνηση, σύνεση) σχετίζονται με τη λογική και ανήκουν, σύμφωνα με το χωρισμό του Αριστοτέλη, στο καθαρά λογικό μέρος της ψυχής, το «λόγον ἔχον» μέρος. Παράγοντες που επηρεάζουν τη δημιουργία και την εξέλιξή τους είναι κατά κύριο λόγο η διδασκαλία, η οποία απαιτεί εμπειρία και χρόνο. Η φράση κατά κύριο λόγο (πλεον) υποδηλώνει την ύπαρξη κι άλλων παραγόντων που δεν αναφέρονται στο κείμενο. Κατά συνέπεια, την κύρια ευθύνη για τη μετάδοσή τους, δηλαδή πέρα από άλλους παράγοντες αλλά και το ίδιο το άτομο, την έχει ο δάσκαλος.

Οι ηθικές αρετές (π.χ. η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη, η ανδρεία) ανήκουν, σύμφωνα με την Αριστοτελική θεώρηση, στο «ἐπιθυμητικόν», στο μέρος δηλαδή της ψυχής που μετέχει και στο «λόγον ἔχον» και στο «ἄλογον» μέρος. Αυτές περιγράφουν το χαρακτήρα του ανθρώπου. Η κατάκτησή τους οφείλεται στον εθισμό («ἔθος»), δηλαδή στη συνήθεια που δημιουργείται με την επανάληψη μιας ενέργειας. Μάλιστα ο Αριστοτέλης, για να στηρίξει αυτή του τη θέση, συνδέει ετυμολογικά τη λέξη «ἠθική», όρο τον οποίο δημιούργησε ο ίδιος, με τη λέξη «ἔθος».

Παρατηρούμε λοιπόν, ότι συσχετίζει την πραγματική σημασία των λέξεων με τα πράγματα ή τις ιδιότητες που δηλώνουν, για να κατανοήσει και να επιβεβαιώσει τη μεταξύ τους σχέση. Έτσι, καταλήγει στο ότι οι δύο λέξεις δε συνδέονται μόνο ετυμολογικά αλλά και σημασιολογικά. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι την ευθύνη για την κατάκτηση των ηθικών αρετών έχει ο ίδιος ο άνθρωπος. Εξαρτάται μάλιστα σε απόλυτο βαθμό από αυτόν αν θα φτάσει στο στόχο του, αν θα αποκτήσει ήθος. Και για να το επιτύχει, οφείλει να προσπαθεί και να αγωνίζεται, ώστε να εθίσει την ψυχή του σε πράξεις ενάρετες, να την καλλιεργήσει «διὰ τοῦ ἔθους».

Καταληκτικά, σοφός γίνεται κάποιος κατά βάση με τη βοήθεια του δασκάλου, ενώ αγαθός γίνεται με τη θέληση και την επιμονή του στην άσκηση της αρετής. Και για να φτάσει στο στόχο του, πρέπει να καταβάλλει επίπονη προσπάθεια και αγώνα.

B2.

Είναι θεμελιώδης στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη η διάκριση – συχνά αντιθετική – των εννοιών δύναμις και ἐνέργεια. Ο φιλόσοφος ορίζει τη «δύναμιν» και την «ἐνέργειαν», ως εξής: «δύναμις» είναι η δυνατότητα που έχει ένα πράγμα ή ένα ον να γίνει ή να κάνει κάτι φτάνοντας στο τέλος του, στην τελειοποίησή του· «ἐνέργεια» είναι η πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας, η δραστηριότητα που απαιτείται για να γίνονται πράξη οι δυνατότητες. Στη θεώρησή του, η «ἐνέργεια» έχει μεγαλύτερη σημασία από τη «δύναμιν», αφού η πρώτη εξαρτάται από τον αγώνα του κάθε ανθρώπου, την προσωπική ευθύνη και προαίρεση. Η δεύτερη σχετίζεται με τη φύση και υφίσταται ανεξάρτητα από τον άνθρωπο.

Στο κείμενο συνδέει «τὰς δυνάμεις» με το χρονικό επίρρημα «πρότερον» και «τὰς ἐνεργείας» με το χρονικό επίρρημα «ὕστερον» εννοώντας ότι οι «δυνάμεις» έχουν χρονική προτεραιότητα – και όχι λογική και οντολογική – έναντι των «ἐνεργειῶν». Χρησιμοποιώντας δε αυτές τις δύο βασικές έννοιες στη συνέχεια προσπαθεί να αποδείξει το ότι οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν εκ φύσεως στον άνθρωπο.

Ο Αριστοτέλης ξεκινάει το συλλογισμό του εξετάζοντας πρώτα τι συμβαίνει σε όσα γνωρίσματα έχουμε μέσα μας εκ φύσεως («ὅσα μὲν φύσει ἡμῖν παραγίνεται»). Αυτά έχουν εκ των προτέρων (πρότερον) μέσα τους τη δυνατότητα να υλοποιηθούν, αλλά η πραγμάτωσή τους έρχεται ύστερα (ὕστερον) χωρίς να χρειάζεται ο εθισμός, η επανάληψη μιας ενέργειας. Για να αποδειχθούν τα λεγόμενα αυτά, χρησιμοποιείται το παράδειγμα των αισθήσεων: την όραση και την ακοή δεν τις αναπτύξαμε μέσα από την εξάσκηση, αντιθέτως υπάρχουν ήδη αναπτυγμένες μέσα μας και περνάμε αμέσως στη χρησιμοποίησή τους.

Αντίθετα, στις ηθικές αρετές προηγείται η ενέργεια («τὰς δ’ ἀρετὰς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον»), δηλαδή η εξάσκηση, με την επανάληψη μιας ενέργειας, και ακολουθεί η κατάκτηση της ηθικής αρετής. Αλλά για να εφαρμοστεί στην πράξη η αρετή, είναι αναγκαίο ο άνθρωπος να μάθει κάποιο τρόπο άσκησης. Ως προς τον τρόπο λοιπό, ο φιλόσοφος αναφέρει, «γιατί όσα πρέπει να κάνουμε αφού τα μάθουμε, τα μαθαίνουμε κάνοντάς τα («ἃ γὰρ δεῖ μαθόντας ποιεῖν, ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν»). Επιπλέον παρουσιάζει δύο παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, από το χώρο των πρακτικών τεχνών, τα οποία αποδεικνύουν την ορθότητα της θέσης αυτής: για να αποκτήσει δηλαδή κανείς την ικανότητα του οικοδόμου ή του κιθαριστή, πρέπει πρώτα να εξασκηθεί στο χτίσιμο ή στο παίξιμο της κιθάρας αντίστοιχα.

Συμπέρασμα («οὕτω δὴ … ἀνδρεῖα ἀνδρεῖοι»)

Κατ’ αναλογία λοιπόν, ό, τι συμβαίνει στις πρακτικές τέχνες, συμβαίνει και στις ηθικές αρετές: με την επανάληψη και τον εθισμό σε ηθικές πράξεις αποκτούμε τις ηθικές αρετές. Το συμπέρασμα εισάγεται με το «οὕτω δή», και με τρία παραδείγματα ηθικών αρετών: της δικαιοσύνης, της σωφροσύνης και της ανδρείας.

Ο συλλογισμός

1η προκείμενη: σε όσα υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως προηγείται η ύπαρξη και η δυνατότητα μιας ενέργειας και ακολουθεί η ενέργεια, η πραγμάτωση της δυνατότητας (δύναμις -> ἐνέργεια)

2η προκείμενη: στις ηθικές αρετές προηγείται η ενέργεια, ο εθισμός και η επανάληψη μιας πράξης και ακολουθεί η κατάκτησή τους (ἐνέργεια -> δύναμις).

Συμπέρασμα: οι ηθικές αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως, αφού δεν ακολουθούν την πορεία όσων υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως.

Β3

Σελίδα 152-153 σχολικού βιβλίου:

«Πριν από όλα όμως ο Αριστοτέλης χρειαζόταν να κάνει μια σημαντικότατη διάκριση. Ας παρακολουθήσουμε πώς οδηγήθηκε στη διάκριση αυτή: Η ψυχή του ανθρώπου, είπε ο Αριστοτέλης, αποτελείται κατ᾿ αρχήν από δύο μέρη, από το λόγον ἔχον μέρος και από το ἄλογον (με δική μας διατύπωση: ο άνθρωπος ως ζωντανός οργανισμός λειτουργεί με δύο τρόπους: α) με βάση τη λογική του, β) με τρόπους που δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με το λογικό του).»

«Η αρχική … διμερής “διαίρεση” κατέληξε σε μια τριμερή “διαίρεση”, αφού ο Αριστοτέλης διέκρινε τελικά α) ένα καθαρά λογον μέρος της ψυχής, β) ένα καθαρά λόγον χον μέρος της, και γ) ένα μέρος που μετέχει και του λόγου και του λόγον χοντος μέρους της ψυχής. Το πρώτο, είπε, έχει σχέση με τη διατροφή και την αύξηση του ανθρώπινου οργανισμού και άρα δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με την αρετή· το τρίτο (ο ίδιος το ονόμασε πιθυμητικόν) έχει σχέση με τις αρετές που περιγράφουν τον χαρακτήρα του ανθρώπου (ηθικές αρετές), ενώ το δεύτερο, που αφορά απόλυτα και καθαρά το λογικό μας, έχει σχέση με τις διανοητικές μας αρετές (με τη σοφία λ.χ. ή τη φρόνηση). Έτσι ο Αριστοτέλης κατέληξε να διακρίνει τις ανθρώπινες αρετές σε ηθικές και διανοητικές.»

Β4

Ουσία / Ουσιώδης

Σχέση / Άσχετος

Φύση / Φυτικός

Χρήση / Χρησιμοθηρικός

Μάθηση / Μαθησιακός

Επιμέλεια Απαντήσεων

Αυγερινός Δημ. Αναστασόπουλος

Φιλόλογος

Επικοινωνία:

av_anastasopoulos@yahoo.gr

6977/397849


Δείτε τα θέματα στο πιο κάτω συννημένο

Περισσότερα Νέα